Η μελέτη αποτελεί συμμετοχή στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη μελέτη ενός νέου νηπιαγωγείου, και ταυτόχρονα την επέκταση του υπάρχοντος διατηρητέου Ελένειου Δημοτικού Σχολείου στην Λευκωσία της Κύπρου.
Βασική πρόθεση αποτέλεσε η νέα προσθήκη να είναι πιο χαμηλή από το υπάρχον κτίριο, δημιουργώντας μια μεγάλη χειρονομία ήπιας αγκαλιάς η οποία βάζει στο κέντρο το παλιό κτίριο, αναδεικνύοντάς το.
Τυπολογικά, το υπάρχον κτίριο αποτελείται από ένα βασικό επίμηκες πρίσμα η μεγάλη πλευρά του οποίου ανοίγεται προς το νότο εκμεταλλευόμενη τον καλό προσανατολισμό . Το νέο κτίριο ακολουθεί μια αντίστοιχη λογική. Καταρχήν διατάσσει έναν νέο βασικό επιμήκη άξονα παράλληλα στο παλαιό κτίριο στον οποίο τοποθετούνται όλες οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες επωφελούνται από το νότιο φως. Αυτή η χειρονομία κόβει τον υπαίθριο χώρο σε δύο τμήματα, δύο ξεχωριστές αυλές, οι οποίες απευθύνονται στο δημοτικό και στο νηπιαγωγείο .
Στη συνέχεια, δυο μικρότεροι άξονες, στα άκρα του αρχικού, έρχονται να συγκροτήσουν ένα συνολικό σχηματισμό ασύμμετρου Ζ. Οι δυο γωνιές που εμπεριέχονται σε αυτό το σχήμα δημιουργούν δύο αγκαλιές που έρχονται να προστατέψουν την κάθε αυλή. Στους δύο αυτούς μικρότερους άξονες έρχονται να τοποθετηθούν μη-εκπαιδευτικές χρήσεις που υποστηρίζουν τη λειτουργία του σχολείου.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργική σύνδεση του παλαιού με το νέο κτίριο έχει δημιουργηθεί ένα ‘δαχτυλίδι’ περιμετρικής κίνησης το οποίο μπορεί να διατρέχει τόσο το παλιό όσο και το νέο κτίριο. Το δαχτυλίδι αυτό συγκροτείται από ένα ελαφρύ μεταλλικό στέγαστρο το οποίο έρχεται να δέσει το παλιό με το νέο κτίριο σε έναν άρρηκτο δεσμό. Ο δεσμός αυτός έχει τόσο συμβολική, όσο και λειτουργική σημασία, επιτρέποντας τη στεγασμένη κίνηση μεταξύ των δυο κτιριακών ενοτήτων.